βλιστηρίς

βλιστηρίς, ίδος, , ([etym.] βλίττω)
A honey-taking,

χείρ AP9.226

(Zon.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλιστηρίς — βλιστηρίς, η (Α) φρ. «βληστηρίδι χειρί» με το χέρι που τρυγάει το μέλι. [ΕΤΥΜΟΛ. Θηλ. του *βλιστήρ «μελισσοκόμος» < *βλιττήρ < αρχ. βλίττω «κόβω την κερήθρα και τρυγάω το μέλι»] …   Dictionary of Greek

  • βλιστηρίδι — βλιστηρίς honey taking fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.